- Project Runeberg -  Svenskt-grekiskt lexikon /
22

(1862) [MARC] Author: Carl Wilhelm Linder, Carl August Walberg - Tema: Dictionaries
Table of Contents / Innehåll | << Previous | Next >>
  Project Runeberg | Catalog | Recent Changes | Donate | Comments? |   

Full resolution (TIFF) - On this page / på denna sida - A - Armhåla ...

scanned image

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Below is the raw OCR text from the above scanned image. Do you see an error? Proofread the page now!
Här nedan syns maskintolkade texten från faksimilbilden ovan. Ser du något fel? Korrekturläs sidan nu!

This page has never been proofread. / Denna sida har aldrig korrekturlästs.

22

Armhåla — Att.

Armhåla, μασχάλη, η.

Armod, se Fattigdom.

Armskena, περιβραχιόνιον τό.

Arrendator, μισθωτής, ου, o. ό
μισθωσάμε-νος 1. λαβών ini μισθω. af tullar 1. andra statens
inkomster, τελώνης, άημοσιώνης, ου, ό.: ärftlig
a., ίμφυτευτής, ου, ό.

Arrende, μίσθωσις, ή : af tullar, τελώνια,
ή.: lemna ngn ngt på a., μισθονν τινί τι.
άιάό-ναι τινί τι ini μισθω. på ärftligt a.,
iμφυτεύ-ειν.: ett gods lemnadt på ärftligt a., iμφύτευμa,
τό.: taga på a., μιοθούσθαί τι. λαμβάνειν τι
ini μιοθω.: hafva ngt på a., μισθωσάμενον 1.
ini μισθω εχειν τι.

Arrende afgift, μίσθωμα, τό. μισθός, ο.
μίσθωσις, ή.: till staten, τέλη, τά. πρόσοόοι, at.

Arrendegifvare, ό άιάούς ini μισθω.

Arrendegods, χωρίον μισθωτό ν, τό.

Arrendekontrakt, ή περι τής μισθώσεως
συγγραφή 1. συνθήκη.

Arrendera, μισθοϋσθαι.: tullar ο.
statsinkomster, τελωνεϊν. ώνεϊσθαι τά τέλη. Jfr
Arrende.

Ar res t, -era, se Häkte, -a.

Arsenal, οπλοθήκη, σκευοθήκη, ή.:
uppsyningsman deröfver, o ini των οπλών.: a. för
flotta, νεώριον, τό.

Arsenik, αρσενικό v, τό.

Art, 1) species, i mots. mot genus, ε Χάος τό.
Jfr Slag. 2) naturbeskaffenhet, φύσις, ή.: vara
af den a. att, πεφυκέναι m. inf.: af god a.,
ευφυής, 2.: efter ngns, ngts a., άίκην τινός. 3)
tillfällig, antagen beskaffenhet, sätt, τρόπος, o.:
af sådan a., τοιούτος, αύτη, ούτο, som, οίος, α,
όν.: af lika a., όμοιότροηος, 2. Jfr Sätt.

Arta sig, Εοικέναι 1. μέλλειν 1. cΫοχεϊν εσεσθαι.
προχωρεϊν.: ngt artar sig väl, illa, καλώς,
κακώς προχωρεί τι.: han artar sig väl, καλήν τήν
ίληίάα παρέχεται.: huru artar sig ngt? ηοίαν
τινα Ιλπίΰα παρέχει τι; ηώς 1. ηοϊον άοκεϊ
εσεσθαι τι.: det artar sig till krig, cΐοκεϊ 1. εοικεν
εσεσθαι ηόλεμος.: a. sig efter ngn, όμοιούσθαί
τινι. ομοιον γίγνεσθαι τινι. γίγνεσθαι κατά τινα·
— artad, φύσιν εχων, 3. ηεφυκώς, 3. εχων m. adv.

Artig, a) i umgänge, εύκολος, 2.
ομιλητικός, 3. κοινός, 3. &ιάέξιος, 2. άστεϊος, 3.
θεραπευτικός, 3 (uppmärksam).: visa sig a. mot ngn,
θεραπεύειν τινά. ίνωραΐζεσθαί τινι. χαρίζεσθαί
τινι. Jfr Inställsam. b) täck, behaglig,
κομψός, 3. χαρίεις, εσσα, εν. Μχαρις, εύχαρις, 2·
ίμμελής, 2. ήάύς, 2. c) sinnrik, qvick, άστεϊος.
3. κομψός, 3. ήάνς, 3. ίπίχαρις, 2. εύτράηελος,
2 (om den talande ο. talet): vara a. (i tal),
ίΰ-τραηελεύεσθαι. d) se Betydlig, e) temmelig,
iniεικής, 2. ίμμελής, 2. f) iron., καλός, 3.
θαυμάσιος, 3. (δαιμόνιος, 3.

Artighet, ευκολία, ή. άρεσκεία, ή. θεραηεία,
ή. φιλοφροσύνη, ή. &ιάεξιότης, άστειότης, ή.
ευτραπελία, ή.: visa ngn artigheter, θεραπεύειν
τινά. χαρίζεσθαί τινι.

Artikel, l)i gramm., άρθρον, τό. 2) del,
μέρος, μόριον, τό.: af en skrift, κεφάλαιον, τό.:
i ett fördrag, εϊρημένον, τό. ofta gm omskr. t.
ex. det var en a. i fördraget. ήν\. ειρητο iv ταϊς
σπονάαϊς. 3) slag (af varor), εϊάος, τό.

Artikulera, άρθροΰν. ώαρθρούν. —
artikulerad, fVa^poff, 2.

Artilleri, μηχαναί, al. -ist, o ini ταις
μηχαναϊς.

Arvode, se Lön.

As, κενέβρεια, τά· πτώμα, τό.

Asa (sig), se Släpa.

Asbest, αμίαντος, ό.

Asfluga, μυϊα στρατιώτις, η.

Ask (trädet), μελία, ή.: af a., μέλινος, 3.

Ask, κιβώτιον, τό. θήκη, ή.

Aska, κόνις, εως, ή. σποάός, τέφρα, η:
förvandla, bränna tilia., τεφρονν. άποτεφρούν.
κα-ταιθαλούν. σπο&ούν. σποάίζειν (äfv. steka i a.).:
beströ m. a., κατατεφρουν.

Askfärgad, -grå, τεφρός, τεφραϊος, 3.
τε-φρώάης, 3. οπό&ιος, 3. λευκόφαιος, 2.: vara a.,
τεφρίζειν.

Askhög, σπο&ιά, ή.

Askkruka, -urna, ύάρία, ή.

Α s k m ö r j a, θερμοσποάία, ή. θερμή σποάιά, ή.

Asp (trädet), κερκίς, kΡος, ή.

Α sp hal t, άσφαλτος, ή.

Asphodill, άσφόάελος, ό.

Aspiration, ηνεύμα άασύ, τό. ηροσφάία
άα-σεια, ή, άασύτης, η (ss. egenskap hos en vocal).

Aspirera, 1) i uttalet, άασύνειν. 2) se
Ef-tersträfva.

Assignera, se Anvisa.

Astrolog, se Stjerntydare.

Astronom, άστρονόμος, άστρολόγος, o. -mi,
άστρονομία, -λογία, η.

Asyl, se Fristad.

Atheism, άθεότης, η. το αθεον. -ist, άθεος,
άρνησίθεος, ό.

Athlet, άθλητής, ου, ό.: lärare ο.
uppsyningsman öfver athleter, άλείπτης, ον, ο. Jfr Kämpe.

Atmospher, ό περιέχων (άήρ).

Atom, άτομος, ή.

Att, I) m. -in/, återgifves, a) vanl. m. bl. w/.
t. ex. det är skamligt att ljuga, αϊσχρόν ίστι
ψεύάεσθαι.: han åstundade att blifva
befälhafvare, &εθύμησεν άρχων γενέσθαι.: de bådo hm
att blifva föreståndare, idéovTO αυτού προστάτην
(1. -ου) γενέσθαι.: det gagnar dem att vara
vänner, συμφέρει αύτοϊς φίλους (1. φίλοις) είναι.: han
qvarlemnade hälften af krigshären att bevaka
lägret, τό ήμισυ του στρατεύματος κατέλιπε
φυλάτ-τειν τό στρατόπεάον.: de öfverlemnade hm sina
barn att undervisa(s): iiιέτρεψαν αύτώ τους
παι-cΐας παίδευσαν.: han är värd att beundras, άξιός
ίστι θαυμάζειν (1. -σθαι).: en man svår att lefva
med, άνήρ χαλεπός σνζήν.: vattnet är för kallt
att bada uti, τό ϋάωρ ψυχρόν (ώστε) λούσασθαί
ίστιν. jfr Alltför. — Då inf. uttrycker en afsedd
följd, tillägges ofta ώστε. —Efter vv., som
betyda hoppas, vänta, lofva, svärja, sättes vanl.
fut. inf. i st. f. Svenskans præs. inf. b) gm inf.
m. ctrt., — nödvändigt, db, inf. föregås af en præp.
1. eljest skall stå i gen. 1. dat.: t. ex. begäret
efter att lefva, ή του ζήν ίπιθυμία.: det att tala
som sig bör anse vi som det största beviset på
att vara vis, το λέγειν ώς άεϊ του φρονεί ν ευ
μέ-γιστον σημεϊον ποιούμεθα.: den vise glades
öfver att vara vis, o φρονών ηάεται τφ φρονειν.:
"af att", "efter att", "genom att", ’’i att’’, o. s. v.,
sepræpp. 1. de ord, af hvilka inf. medelst dsa
beror. "för att", se II) 2. I stället för inf. m.præp.
användes ofta part. se nedanf. c) m. part., vid

<< prev. page << föreg. sida <<     >> nästa sida >> next page >>


Project Runeberg, Mon Dec 11 23:30:58 2023 (aronsson) (download) << Previous Next >>
https://runeberg.org/svegrek/0026.html

Valid HTML 4.0! All our files are DRM-free